http://www.polsylvira.gr
10 Σεπ 2013

Προσκύνημα σε αλησμόνητες πατρίδες

Προσκύνημα στις Αλησμόνητες Πατρίδες

Στις 17, 18 και 19 Αυγούστου 2013 πραγματοποιήθηκε το ταξίδι του Συλλόγου μας στην Ανατολική Θράκη, στο σταυροδρόμι πολιτισμών. Η συμμετοχή των συμπατριωτών μας ήταν ικανοποιητική, μάλιστα μερικούς τους συναντήσαμε μετά από πολλά χρόνια και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη.

Ένα ταξίδι  στην Ανατολική Θράκη είναι ένα πισωγύρισμα στην ιστορία μας και τις μνήμες, ξεκαθάρισμα μπερδεμένων συναισθημάτων, ένα ξεδιάλυμα ομοιοτήτων και αντιθέσεων μεταξύ δύο λαών, που έμαθαν να αγαπιούνται και να μισούνται ανάλογα με τα παιχνίδια και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ιστορία αιώνων περνά από μπροστά μας, καθώς ξεκινούμε το ταξίδι. «Η Θράκη επί πολλούς αιώνες, με σφύζοντα ελληνισμό, υπήρξε ενιαία ως γεωγραφική περιφέρεια και ενότητα εθνικής αναφοράς και δράσης. Μόνο για λόγους γεωγραφικούς και διοικητικούς χωριζόταν σε Δυτική, Ανατολική και Βόρεια Θράκη, που συμπίπτει με την Ανατολική Ρωμυλία. Σήμερα, όταν μιλούμε για Θράκη, αναφερόμαστε μόνο στη Δυτική Θράκη και αφήνουμε την Ανατολική, που περιήλθε στην Τουρκία και τη Βόρεια Θράκη, που ενσωματώθηκε στη Βουλγαρία. Η ιστορία της Θράκης και οι αγώνες των Θρακιωτών, η πολιτισμική και εθνική τους δράση απουσιάζει από  τα σχολικά βιβλία».

Εδώ, στην Ανατολική Θράκη, βαδίζουμε στο ήρεμο τοπίο με αγροτικές καλλιέργειες, στην εύφορη πεδιάδα, στον ευλογημένο τόπο. Ελάτε μαζί μας, να επισκεφθούμε τις εκκλησίες, τα αρχοντικά, τα κάστρα και ό,τι άλλο έχει απομείνει από την αιμορραγούσα πληγή τόσων αιώνων.

Πρώτος μας σταθμός τα Ύψαλα (παλαιότερα Κύψελα, σήμερα Ίπσαλα). Στη συνέχεια, επίσκεψη στα πρώην αρβανιτόφωνα χωριά Σουλτάνκιοϊ και Ιμπρίκτεπε. Μια στάση ολίγων λεπτών και αναχώρηση για Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού). Μας περιμένει ο αντιδήμαρχος της πόλης για ξενάγηση στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Στην εκκλησία αυτή υπάρχουν σε μεταξοτυπία δύο εικόνες του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου και της Κοίμησης της Θεοτόκου, που οι πρωτότυπες εικόνες βρίσκονται στην Παναγία Κοσμοσώτειρα των Φερών. Μάλλον μεταφέρθηκαν από πρόσφυγες στις Φέρες. Ναός ελληνικός, εγκαταλελειμμένος και ανακαινισμένος πρόσφατα, για να χρησιμοποιηθεί ως μουσείο. Εδώ έκανε τα θυρανοίξια ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος. Ακολουθεί η επίσκεψη στη σουλτανική γέφυρα του 15ου αιώνα.

Μετά από τις κωμοπόλεις Μεγάλο Ζαλούφι (Κιρκασαλίχ) και Χάφσα (Χάφζα) φθάνουμε στο πλούσιο προάστιο της Αδριανούπολης, το Κάραγατς, το «μικρό Παρίσι», όπως το αποκαλούσαν, όπου έμεναν πολλοί Έλληνες.

«Εντυπωσιάζει το κεντρικό κτήριο του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, απ’ όπου διακινήθηκαν πολλοί Έλληνες στις καλές μέρες της Ανατολικής Θράκης και πέρασαν με τα θλιβερά βαγόνια την περίοδο της προσφυγιάς το φθινόπωρο του 1922 στην Ελλάδα. Τα κτήρια του παλιού σταθμού ανακαινίσθηκαν και στεγάζουν σήμερα την πρυτανεία του Τουρκικού Θρακικού Πανεπιστημίου, που εδρεύει στην Αδριανούπολη. Στο Κάραγατς, από

όπου οι τελευταίοι Έλληνες πέρασαν το 1924 στην απέναντι πλευρά του Έβρου και έχτισαν την Ορεστιάδα, παραμένουν ερειπωμένα αρκετά αρχοντικά Ελλήνων, μάρτυρες μιας άλλης εποχής, της οποίας οι εμπράγματοι μάρτυρες σιγά-σιγά χάνονται από το χώρο και τη συλλογική μνήμη».

Μετά από ένα γεύμα κάτω από τα δένδρα, δίπλα στη γέφυρα του ποταμού Έβρου, αναχωρούμε για την Αδριανούπολη (Εντιρνέ), όπου και θα διανυκτερεύσουμε.

«Αναφερόμαστε στην πρωτεύουσα της Θράκης, την αγαπημένη Αντριανού, την εύφορη και εύανδρη, το καύχημα των Θρακιωτών. Θα δούμε την τοπογραφία της, την ξεχασμένη ιστορία της, τα μνημεία της, τα σχολεία και τους δασκάλους της, την  πατριωτική δράση και τους καημούς των προσφύγων της».

Η Αδριανούπολη χτίστηκε το 125 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, σε βασικό οδικό και ποτάμιο κόμβο, πάνω στη θρακική πόλη Ουσκουδάμα και κατοικήθηκε από Θρακιώτες. Έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1361. Μετά από 560 χρόνια ξαναείδε ελληνική σημαία και ελληνική διοίκηση το 1920.

Η Αδριανούπολη διασχίζεται από τρία μεγάλα ποτάμια, τον Έβρο και τους παραποτάμους του, Άρδα και Τούντζα και όπως είναι φυσικό έχει πολλά γεφύρια. Μια αξιόλογη γέφυρα είναι αυτή που περνάει πάνω από τον Έβρο ποταμό και συνδέει την πόλη με το ελληνικό προάστιο Κάραγατς πριν την ανταλλαγή. «Η γέφυρα αυτή σήκωσε το βάρος και τον καημό των Θρακιωτών προσφύγων στο χαλασμό του 1922».

Στην αγαπημένη Αντριανού είχε πολλές εκκλησίες. Ο μητροπολιτικός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου τελέστηκε η επίσημη δοξολογία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Θράκης το 1920, και έγινε η τελευταία ορθόδοξη λειτουργία, τον Οκτώβριο του 1922 κατά την οριστική αποχώρηση του ελληνικού στοιχείου από τις αλησμόνητες πατρίδες, δεν υπάρχει πια. Στο μέρος όπου υψωνόταν η εκκλησία έχει χτιστεί ξενοδοχείο, όπου και κάναμε την πρώτη διανυκτέρευση του ταξιδιού μας.

Ξεναγηθήκαμε στο ιστορικό κέντρο της πόλης, την ελληνική συνοικία, το λεγόμενο Κάστρο, όπου διασώζονται αρκετά αρχοντικά και καλλιμάρμαρα κτήρια, όπως το μέγαρο του Παντελή Γεωργιάδη, το ξενοδοχείο Καραπαναγιώτη, το οποίο ξέπεσε σε χάνι και το ανακαινισμένο κτήριο του Ζαππείου Παρθεναγωγείου, το οποίο χτίστηκε  με δαπάνες των μεγάλων εθνικών ευεργετών Ευαγγέλου και Κων/νου Ζάππα. «Μετά το 1922 το Ζάππειο Παρθεναγωγείο μεταφέρθηκε στην Αλεξ/πολη, όπου μαζί με τα Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια των Επιβατών και τα Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια της Φιλιππούπολης συγκρότησαν τα Εθνικά Διδασκαλεία Θράκης, απ’ όπου προήλθε η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξ/πολης και αργότερα το Παιδαγωγικό Τμήμα του Δημοκρίτειου πανεπιστημίου».

Στην κεντρική οδό της Αδριανούπολης, την άλλοτε οδό Ιωάννου Τσιμισκή των Ελλήνων, σώζεται το αρχοντικό του γιατρού Αλέξανδρου Δήμισσα, ανακαινισμένο, πολλά ξύλινα σπίτια, καθώς και το νεοκλασικό κτήριο του άλλοτε Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Αδριανούπολης.

Αντάμα τα χριστιανικά μνημεία με τα μουσουλμανικά, η Ευρώπη με την Ασία, η χλιδή με την ένδεια. Η πόλη ήταν στο κέντρο περίπου του μεγάλου εμπορικού δρόμου που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ευρώπη μέσω Σόφιας και Βελιγραδίου. Ακόμη πολλά εμπορεύματα διακινούνταν μέσω του Έβρου ποταμού, που ήταν πλωτός ως το επίνειό της την Αίνο, την ιστορική ελληνική πόλη, που ήταν χτισμένη στην περιοχή του Δέλτα του ποταμού, απέναντι από την Αλεξ/πολη. Από το 1872 μάλιστα, που η Αδριανούπολη συνδέθηκε σιδηροδρομικά με την Κων/πολη, γνώρισε ραγδαία οικονομική και εμπορική ανάπτυξη. Το εμπόριο το είχαν στα χέρια τους κυρίως οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Η χρυσή εποχή ακμής της πόλης ήταν ο 17ος αιώνας.

Την επόμενη ημέρα επισκεπτόμαστε το μουσείο ιατρικής σχολής, στο ανακαινισμένο  αρχιτεκτονικό συγκρότημα του σουλτάνου Βαγιατζίτ Β΄, όπου λειτουργούσε ιατρική σχολή τον 16ο και 17ο αιώνα. Έχει αναπαραστάσεις της θεραπείας των ασθενών με τα μέσα εκείνης της εποχής και ψυχοθεραπείας με τον θόρυβο του νερού και την μουσική. Λειτουργεί από το 2002 και έχει πάρει αρκετά βραβεία παγκοσμίως. Ο ιατρός Στέφανος Καραθεοδωρής από το Νιοχώρι του Βοσπόρου, υπήρξε  ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Ιατρικής Σχολής. Ήταν ο πατριάρχης της οικογένειας Καραθεοδωρή, του οποίου ο ανεψιός Κων/νος Καραθεοδωρής είναι παγκοσμίως γνωστός ως μαθηματική διάνοια.

Μετά την επίσκεψη και στο Σελιμιγιέ τζαμί, το οποίο χτίστηκε από τον μεγάλο αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν πασά, ελληνικής καταγωγής, με τέσσερις μιναρέδες και με κεραμικά στολίσματα, φθάνουμε στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών (κιρκλαρελί), διασχίζοντας τον θρακιώτικο κάμπο. Χτισμένη στις υπώρειες του Μικρού Αίμου, στη θέση της θρακικής πόλης Καρποδαίμων, ήταν στα βυζαντινά χρόνια έδρα επισκοπής και είχε το όνομα Κάραβος.

Το χρονικό της καταστροφής ξεκινά από την πανηγυρική αναχώρηση της 12ης Μεραρχίας από τις Σαράντα Εκκλησίες στην Ανατολική Θράκη, την άνοιξη  του 1921 και συνεχίζεται με την επίθεση του στρατού το καλοκαίρι του 1921, την ηρωική διέλευση από τον Σαγγάριο ποταμό και την αναγκαστική σύμπτυξη στα όρια της γραμμής Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ στις αρχές του φθινόπωρου. Ακολουθεί το συγκλονιστικό καλοκαίρι του 1922, η υποχώρηση του βόρειου τμήματος του στρατεύματος της Μικράς Ασίας και το πέρασμα με πλοία στη Ραιδεστό και ο επίλογος γράφεται στην Τυρολόη, τον Οκτώβριο του 1922 με την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης.

Ανεβαίνουμε στο Μπαΐρι, στην πλατεία της ελληνικής συνοικίας των Σαράντα Εκκλησιών. Έχουν διασωθεί μερικά ελληνικά σπίτια, όπως το σπίτι του γιατρού Κων/νου Κεραμέα στον ανήφορο, η είσοδος της Αστικής Σχολής, τα αρχοντικά Τζελέπογλου, Ντνόντογλου, Δοξιάδου, το αρχοντόσπιτο του φαρμακοποιού Ιωάννη Αναστασιάδη, καθώς και οι κυλινδρόμυλοι αδελφών Χατζηγιαννάκη, που συνέχισαν τη ζωή τους στη Θεσσαλονίκη· ο γνωστός μας «Μύλος», το ψυχαγωγικό και καλλιτεχνικό πολύκεντρο στην περιοχή του λιμανιού ήταν ο παλιός αλευρόμυλος Χατζηγιαννάκη.

Σφαλιστές σφραγισμένες πόρτες· πίσω τους κλειδωμένη η ιστορία, μια άλλη εποχή, που περιμένει τους ερμηνευτές της.

Οι Σαράντα Εκκλησίες φημίζονταν για τα αμπέλια και τα κρασιά του τόπου της. «Άραγε, οι διάφοροι αστοί θαμώνες του διάσημου καφενείου της οδού Σταδίου, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιάννης Τσαρούχης, γνώριζαν πως οι Ζώναρ και τα Ζώναρς κρατούν από τη θρακιώτικη πολιτεία των Ζωναράδων από τις Σαράντα Εκκλησίες;».

Το οδοιπορικό μας συνεχίζεται για τη Βιζύη, Βίζα ή Βιζώ (σημερινό Βίζε). «Μια κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης είχε το σπάνιο προνόμιο να μείνει χαραγμένη στην ελληνική συλλογική μνήμη, χάρη σε ένα άξιο τέκνο της Θράκης, το λόγιο ποιητή Γεώργιο Βιζυηνό, που γεννήθηκε στη Βιζύη, στα μέσα του 19ου αι., το 1849, και φιλοτέχνησε αριστοτεχνικά με τα πεζογραφήματά του θρακιώτικους χαρακτήρες και την τοπογραφία της πατρίδας του».

«Της Θράκης τα χωριά πολλά, σαν τη Βιζώ κανένα», λέει σε ένα ποίημά  του. Η Βιζύη είναι χτισμένη στη θέση αρχαίας πόλης, που ήταν πρωτεύουσα του θρακικού βασιλείου των Αστών.

Ανεβήκαμε στην κορυφή του λόφου Κουλέ ή Μπαήρα, όπως το ονόμαζε ο Βιζυηνός, όπου είναι το κάστρο της Βιζύης με τους εντυπωσιακούς πύργους. Η φθορά του χρόνου και της εγκατάλειψης είναι ολοφάνερη. Από εκεί η θέα είναι θαυμάσια, με τον ποταμό Εργίνη να διασχίζει τον πράσινο κάμπο και η κωμόπολη της Βιζώ να απλώνεται  στα ριζά του λόγου. Τμήμα αρχαίου θεάτρου της πόλης του 1ου-2ου μ.Χ. αι. αποκαλύφθηκε τη νότια πλευρά του λόφου. Στην πλαγιά του λόφου δεσπόζει η βυζαντινή εκκλησία της Αγ. Σοφίας, του 9ου αι. Μετατράπηκε σε τζαμί και αναστηλώθηκε στη δεκαετία του 1990. «Η ύπαρξη της μεγαλόπρεπης εκκλησίας απηχεί το στρατηγικό ρόλο της Βιζύης για την ασφάλεια της Ανατολικής Θράκης και της Κων/πολης».

Αξίζει βέβαια να αναφερθούμε στη ζωή του Βιζυηνού. «Ο Βιζυηνός έφυγε παιδί από την αγαπημένη του Βιζώ. Ακολούθησε το δρόμο Κων/πολη, Κύπρος, σπουδές στο εξωτερικό, στη Γοτίγγη, τη Λειψία, τη Γαλλία και την Αγγλία. Σπουδάζει φιλοσοφία και επιστρέφει στο κέντρο του ελληνισμού, την Αθήνα, όπου εκλέγεται  υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Δεν του επιτρέπουν να διδάξει στο πανεπιστήμιο και αρκείται να κάνει μαθήματα λογικής και φιλοσοφίας σε σχολεία. Μπαίνει στα λογοτεχνικά σαλόνια των Αθηνών, συμμετέχει στις επιτροπές για τη συλλογή λαογραφικού υλικού, αλλά δυστυχώς τα ψυχιατρικά συμπτώματα τον οδηγούν στο Δρομοκαΐτειο ψυχιατρείο. Εκεί αφήνει και την τελευταία του πνοή γράφοντας τις παιδικές μνήμες της Θράκης. Πριν φθάσει στην Αθήνα, το 1881, επισκέφθηκε το γειτονικό Σαμμάκοβο και θέλησε  να ασχοληθεί με την εκμετάλλευση μεταλλείου σιδήρου, που λειτουργούσε από δεκαετίες, όμως δεν του επετράπη και ίσως η απόγνωση της αποτυχίας στο εγχείρημα της εκμετάλλευσης του  σιδήρου να συνέβαλε στην ψυχολογική κατάπτωση του ποιητή».

Έγραψε πολλά ποιήματα· ένα από αυτά είναι και αυτό που μελοποίησε μετά από χρόνια ο Γιάννης Σπανός και τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος:

Φουρτούνιασε η θάλασσα

και βουρκωθήκαν τα βουνά

…………………………………

Παιδί μου ώρα σου καλή.

Μετά τη Βιζύη ακολουθούμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, μέσα από δάση βελανιδιάς και πεύκης στις πλαγιές του όρους Μικρού Αίμου, της Στράντζας, που μας οδηγεί στο επίνειο της Βιζύης, την Μήδεια (Κιγίκιοϊ), ένα αρχαίο λιμάνι του Εύξεινου Πόντου (Μαύρης Θάλασσας) ανάμεσα στις εκβολές δύο μικρών ποταμών, του Πλησιού και του Λέβη. Η θέα προς τον Εύξεινο Πόντο μοναδική. Ανάλογα με το φύσημα του αέρα τα νερά άλλοτε γίνονται μαύρα και άλλοτε πράσινα.

Η Μήδεια βρίσκεται στη θέση της θρακικής πόλης Σαλμυδησσός και περιβάλλεται με κάστρο ελληνιστικής εποχής. Εδώ σώζονται ακόμη μερικά σπίτια Ελλήνων.

Κοντά στις εκβολές του ποταμού Πλησιού, που είναι ένας σπάνιος υγρότοπος με πλούσια βλάστηση, επισκεφθήκαμε τα υπολείμματα του υπόσκαφου μοναστηριού του Αγ. Νικολάου. Το μοναστήρι ιδρύθηκε τον 6ο αι., δέχθηκε πειρατικές επιδρομές και ξαναλειτούργησε ως μοναστήρι στα μέσα του 19ου αι. ως το 1922, που εγκαταλείφθηκαν τα πάντα. Ολόκληρη εκκλησία με κόγχες, πύλες, καμάρες, με διάδρομο που οδηγεί στο αγίασμα, είναι λαξεμένα μέσα στην πέτρα.

Αποχαιρετούμε τον Εύξεινο Πόντο, αφού τρώμε τα ωραία του ψάρια (καλκάνι, σαφρίδια, χαψία κ. ά.) και αναχωρούμε για Ραιδεστό (Τεκίρ Νταγ), όπου θα διανυκτερεύσουμε.

Την ξανθοπράσινη μονοτονία του απέραντου θρακιώτικου κάμπου διακόπτει ξαφνικά ο όγκος του Ιερού Όρους, που κατηφορίζει απότομα και βυθίζεται στη θάλασσα του Μαρμαρά. Κάτω από τη σκιά του όρους και απέναντι από τις κορυφογραμμές της Μαρμαρονήσου, άποικοι της Σάμου ίδρυσαν τον 6ο π.Χ. αι. τη Βυσάνθη «πολιτεία ευλίμενη και ευλογημένη», που μετονομάστηκε Ραιδεστός, το εμπορικότερο θρακιώτικό λιμάνι των Τούρκων επί της Προποντίδας.

Σ’ αυτήν την πόλη φθάσαμε κάπως αργά και μια βόλτα κατά μήκος του λιμανιού με το πούλμαν ήταν αρκετό, για να διαπιστώσουμε τις ομορφιές της· γραφική και ευχάριστη πόλη. Από την προκυμαία φαίνονται σε κάποια απόσταση τα νησιά της Προποντίδας, ο Μαρμαράς, η Κούταλη, η Αφησιά και η Αλώνη. Θάλασσα της Ρωμιοσύνης η Προποντίδα, ανάμεσα στα μπουγάζια της Μαύρης Θάλασσας και της Άσπρης Θάλασσας (Μεσογείου). Το μεγαλύτερο από τα Προκονήσια είναι ο Μαρμαράς. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή των Μιλησίων το 700 και 685 π.Χ. που ήρθαν στο νησί να χτίσουν την αποικία τους. Είχαν ακουστά για τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού της μικρασιατικής ενδοχώρας. Γνώριζαν πως εκεί το νησί, που το ονόμασαν Προκόνησο –από το Προκός, είδος ελαφιού, που αφθονούσε στις δασωμένες πλαγιές– είχε ανεξάντλητες φλέβες λευκού μαρμάρου, αγαθού πολύτιμου για την μοναδικότητά του. Η ύπαρξη του μαρμάρου, του λευκού αυτού πλούτου, υπήρξε παράγοντας τόσο σημαντικός, ώστε με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι Έλληνες θα ονόμαζαν στο εξής την Προποντίδα «Θάλασσα του Μαρμαρά», επωνυμία που επικράτησε ως τις μέρες μας.

Η επόμενη μέρα μας βρήκε στους δρόμους της Ραιδεστού. «Ραιδεστός, πόλις ονομαστή, μεγάλη και πολυάνθρωπη με θρόνο αρχιεπισκόπου». Σήμερα όμως όλα έχουν αλλάξει. Δίνουν την εικόνα εντελώς σαραβαλιασμένων περιοχών, που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μιας ολικής καταστροφής. Ορισμένα κτήρια και σπίτια είναι ήδη ερείπια και ένα σημαντικό ποσοστό βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Διαισθανθήκαμε πως μέσα σ’ όλα αυτά φωλιάζει η πραγματική ψυχή της πόλης.

Η εκκλησία της Παναγίας Ρευματοκρατόρισσας, της πολιούχου της Ραιδεστού, διατηρήθηκε ως το 1935 και μετά κατεδαφίστηκε. Η θαυματουργή της εικόνα, που διέσωσαν οι κάτοικοι στην έξοδό τους, βρήκε καταφύγιο στην εκκλησία της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη. Επίσης τα ακέφαλα αρχαϊκά αγάλματα του 6ου π.Χ. αι. ο «κορμός κόρης» της Βιζύης και ο «κορμός κούρου» της Ραιδεστού μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης το 1922. Κουβαλούν τις μνήμες και τον καημό της προσφυγιάς. «Είναι κι αυτά προσφυγάκια».

Όρθια είναι το «Γεωργιάδειον Αρρεναγωγείον», που ιδρύθηκε με δωρεά των βιομηχάνων αδελφών Γεωργιάδη και το «Θεοδωρίδειον Παρθεναγωγείον» (1909), που ίδρυσε ο Θεοδωρίδης, πλούσιος έμπορος. Στην οδό Φραγκομαχαλά, απέναντι από το Θεοδωρίδειο Παρθεναγωγείο, δεσπόζει το «Αναγνωστήριον η Βισάνθη», το οποίο χτίστηκε το 1875 με τη συνδρομή ευπόρων μελών του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ραιδεστού. Το 1897 αντικατέστησε το όνομα του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, γιατί είχε απαγορευτεί από τις τουρκικές αρχής η λέξη «σύλλογος». Μόλις το 1993 τόλμησαν την αναστήλωση του ρημαγμένου κτηρίου. Σημαντική ήταν και η βιβλιοθήκη του Αναγνωστηρίου.

Ραιδεστός· και έτσι άρχισε η «τραγωδία της Θράκης».

Συνεχίζουμε τη περιήγησή μας στα κρασοχώρια της Ραιδεστού, προς τη χώρα των Γανόχωρων. Καταπληκτική θέα. Στις πλαγιές του Ιερού Όρους υπάρχουν τα χωριά Πάνιδο, Κούμβαο (Χρυσάμπελος), Νεοχώρι, Γάνος, Κερασιά, Πλάτανος, Ηρακλείτσα, Μυριόφυτο και Περίστασις. Όλα αγναντεύουν τη θάλασσα της Προποντίδας.

Στα βυζαντινά χρόνια το Ιερόν Όρος ήταν μοναστικό κέντρο, ανάλογο με το Άγιον Όρος και το Παπίκιον Όρος του νομού Ροδόπης. Δεκάδες μικρά και μεγάλα ίχνη της Ορθοδοξίας, ναοί, αγιάσματα, μοναστήρια, θυμίζουν ότι η Ανατολική Θράκη εάλω μεν, αλλά έμειναν πίσω τα φωτεινά σημάδια της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παρουσίας. Κορυφαία

πάντοτε και κεντρική «μητρόπολη» το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/πολης. Εμείς επισκεφθήκαμε μόνο τα χωριά Περίσταση (Σάρκιοϊ) και Μυριόφυτο (Μούρεφτε). Η Περίσταση ήταν χτισμένη στη θέση της αρχαίας πόλης Τιρίστασις. «Η κωμόπολη διατηρούσε καλή βιβλιοθήκη και έχει να επιδείξει πολλούς λόγιους και επιστήμονες». Στην Περίσταση λειτουργούσαν 4 εργοστάσια κατεργασίας κουκουλιών. Ήταν εύφορη και καλλιεργούσαν δημητριακά και αμπέλια.

Λόγω έλλειψης χρόνου δεν σταματήσαμε αρχικά στην Περίσταση και φύγαμε για Μυριόφυτο για μια μικρή περιήγηση. Η βυζαντινή πόλη είχε κτιστεί πάνω στα ερείπια της αρχαίας Μυρτύνου και πήρε το όνομά της από την ποικιλία φυτών και λουλουδιών που φύονταν στην περιοχή.

Στο Μυριόφυτο είχε το φαρμακείο του ο φαρμακοποιός Αναστάσιος Γιαννακόπουλος, ο οποίος το 1922 το επανίδρυσε στην Αθήνα και το οποίο διατηρείται ως σήμερα. Στο Μυριόφυτο γεννήθηκε και ο περίφημος κωμικός ηθοποιός Βασίλης Λογοθετίδης.

Στο γυρισμό επισκεφτήκαμε την Περίσταση για έναν καφέ! Όμορφο μέρος, με φαρδείς δρόμους και με κατάλευκα σπίτια. Ο παραλιακός δρόμος αφήνει την θάλασσα αριστερά και ανηφορίζει μεσόγεια προς την Κεσσάνη (Κεσάν). Αυτοκίνητα, πεζοί, εμπορεύματα, μικροπωλητές, όλοι μαζί στην πόλη της Κεσσάνης, συνθέτουν μια αέναη χορογραφία της αγοράς του δρόμου.

Ο τελευταίος σταθμός του ταξιδιού μας είναι η Αίνος (Ενέζ). «Η συμπαθής, αρχαιοπρεπής και αρχοντική πόλις Αίνος, στο Δέλτα του Έβρου. Για αιώνες υπήρξε το σημαντικότερο νότιο λιμάνι της Θράκης, πριν αναπτυχθεί η Αλεξανδρούπολη, μέσω του οποίου διακινούνταν πολλά εμπορεύματα και ξυλεία από την Φιλιππούπολη και την Αδριανούπολη ως το Αιγαίο. Μία επίσκεψη όμως στα βυζαντινά χαλάσματα της Αίνου, στη βυζαντινή μητρόπολη της περιοχής του Έβρου και του κόλπου του Ξηρού, είναι ένα προσκύνημα στο ιστορικό λιμάνι του Έβρου, ένα ταξίδι τιμής στην πατρίδα των ηρώων του 1821, καπετάν Αντώνη και της γυναίκας του Δόμνας Βισβίζη».

Η Αίνος χτίστηκε τον 6ον αι. π.Χ. από αποίκους Αιολείς της Λέσβου, στη θέση της θρακικής πόλης Πολτίμβρια. Τούτο το λιμάνι οχυρώθηκε με κάστρο στα ελληνιστικά χρόνια και στη βυζαντινή εποχή ισχυροποίησε τα τείχη του ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Τώρα το κάστρο είναι ερειπωμένο, δαρμένο από τους αέρηδες και την αδιαφορία. Αρχαίο ανάγλυφο με παράσταση του ήρωα Θράκα Ιππέα, που συμβόλιζε την αναγέννηση της φύσης και ταυτιζόταν στα χριστιανικά χρόνια με τον Άγ. Γεώργιο, είναι εντοιχισμένο στην είσοδο του κάστρου.

Μία εντυπωσιακή γκρεμισμένη εκκλησία, σταυροειδής τύπος βασιλικής με τρούλο μέσα στο κάστρο της Αίνου, είναι η εκκλησία της Θεοτόκου και του Αγ. Κων/νου του 12ου αι., η μητρόπολη της Αίνου. «Ένα επιβλητικό ερείπιο, τα χαλάσματα της τεράστιας εκκλησίας με τους πεσμένους κίονες και τα κιονόκρανα, τονίζουν την βυζαντινή αίγλη και τον πολιτισμικό πλούτο της. Μετά την καταστροφή της το 45% των πρώτων οικιστών του Δεδέαγατς, της Αλεξανδρούπολης, προέρχονταν από την Αίνο».

Από το 1872, που η Αδριανούπολη συνδέθηκε σιδηροδρομικώς με την Κων/πολη, γνώρισε ραγδαία εμπορική  κι οικονομική ανάπτυξη, στη δε ελληνική επανάσταση του 1821 η προσφορά της Αίνου σε καράβια, καπετάνιους και ναυτικούς στον αγώνα ήταν τεράστια.

Η Αίνος είχε δύο λιμάνια, τη Δρακοντίνα και την Ποντισμένη. Από εδώ εξάγονταν 200 περίπου οκάδες βδέλλες, που τις χρησιμοποιούσαν για ιατρικούς σκοπούς σε όσους προτιμούσαν τα γιατροσόφια της πρακτικής ιατρικής.

Ο νους μένει αμήχανος περιδιαβαίνοντας τα τείχη. Η θέα σε μαγεύει. Ο κάμπος απέραντος προς την πλευρά της Ελλάδας. Το Δέλτα του Έβρου σχηματίζει μαιάνδρους, για να χυθεί στο Θρακικό Πέλαγος και στο βάθος ο λόφος της Αγ. Παρασκευής, με τα σπίτια του χωριού μας απλωμένα στα πόδια του. Συγκίνηση, ρίγος και ένας απολογισμός χωρίς τέλος.

Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Φεύγοντας αποχαιρετάς όχι τόσο έναν χαμένο τόπο του ελληνισμού, όσο τον ίδιο τον ελληνισμό, γιατί η Ελλάδα δεν είναι τόπος, είναι τρόπος ζωής. Πόλεις γραφικές, εξευγενισμένες, ευχάριστες, με ιστορία, άνθρωποι μορφωμένοι, πολιτισμένοι, Αλησμόνητες Πατρίδες με πολλά κειμήλια, και ειδικά θρησκευτικές εικόνες από τις εκκλησίες τους, τα οποία μετέφεραν μόνοι τους στις καινούργιες εστίες της ελεύθερης Ελλάδας, όπου ανάστησαν τις χαμένες πατρίδες με τα νέα τους ονόματα.

Τα περισσότερα κειμήλια από την Ανατολική Θράκη βρίσκονται στο μουσείο Μπενάκη, μουσείο Λαϊκής τέχνης, Βυζαντινό και Χριστιανικό μουσείο Αθηνών, Εκκλησιαστικό μουσείο Αλεξ/πολης, όπως και στο Αρχαιολογικό μουσείο και σε εκκλησίες της Θεσ/νίκης.

Ταρσή Δ.

197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (1) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (2) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (3) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (4) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (5) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (6) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (7) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (8) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (9) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (10) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (11) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (12) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (13) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (14) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (15) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (16) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (17) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (18) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (19) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (20) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (21) 197 2013.08.17 Ekdromi Anatoliki Thraki (22)

 

[top]